Μαζικοί αγώνες, καταπίεση και αναρχισμός
Μαζικοί αγώνες, καταπίεση και αναρχισμός Τα τελευταία 3 χρόνια, οι καπιταλιστικές τάσεις που ζητάν να αυξήσουν και να συγκεντρώσουν όλη την οικονομική και πολιτικοστρατιωτική ισχύ –σε διεθνές και Κρατικό επίπεδο- έχουν υπερισχύσει των άλλων τάσεων που θα θελαν να δημιουργήσουν ένα πολυμερές σύστημα εξουσίας, βασισμένο σε ένα στυλ στατικού νεορεφορμισμού, που θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερα κέρδη για τον καπιταλισμό σε συνδυασμό με μειωμένη κοινωνική προστασία.
Ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, οικονομικές κρίσεις, απορύθμιση του κανονιστικού (institutional and legislative) πλαισίου για την προστασία των ασθενέστερων τάξεων, καταστροφή του διχτύου αλληλεγγύης της μισθωτής εργασίας και επιθέσεις στο περιβάλλον και την υγεία:όλα αυτά άμεσα και έμμεσα επιδρούν στο λαό, ο οποίος το βρίσκει ολοένα και πιο δύσκολο να οργανωθεί και να εκφράσει κάθε μορφής ανυπακοή, αντίθεση ή αγώνα με τον οποίο θα μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση.
Κατάσταση που είναι αποτέλεσμα οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών επιλογών των εξουσιών, που κυβερνούν στο όνομα νόμων που οι ίδιες έφτιαξαν-σχεδιασμένων για να τους επιτρέπουν να κυβερνήσουν.
Η δραστική μείωση και διάβρωση κάθε δυνατότητας για αντιπαράθεση και διαπραγμάτευση, ή ο μετασχηματισμός της σε ψεύτικα διαπραγματευτικά τραπέζια των οποίων ο μόνος στόχος είναι να διατηρούν τον καπιταλισμό , έχει αποκαλύψει το αυστηρό-αποκρουστικό-ανηλεές πρόσωπο του μιλιταριστικού καπιταλισμού και την αξιολύπητη άρνηση των νέο-ρεφορμιστικών του τάσεων να διασώσουν έστω και τα ελάχιστα συμφέροντα των υποτελών τάξεων.
Αυτό είναι το υπόβαθρο (;) της ανάπτυξης ενός μεγάλου σύνθετου, διεθνούς κινήματος αντίθεσης που έπαιξε ηγετικό ρόλο στις τεράστιες λαϊκές κινητοποιήσεις, οι οποίες είναι σημαντικές λόγω του μεγέθους τους, την φανερή τους δυναμική αυτό-οργάνωσης και αυτό- διαχείρισης και την ικανότητα να αντιπαραβάλλονται στους δρόμους με την καταπιεστική βία του κράτους.
Στην Ιταλία, αυτά τα τελευταία τρία χρόνια σηματοδότησαν την οριστική κατάρρευση της κοινωνικής κατασκευής όπως αυτή είχε από την τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, αλλά αποδείχτηκε ανεπαρκής υπό το φως της παρούσας σύγκρουσης. Από τη μια μεριά η βουτιά των μισθών (-9.3% για τους χειρώνακτες εργάτες, -11.1% για τους υπαλλήλους, -27% για τους συνταξιούχους), από την άλλη η αποτυχία της εισοδηματικής πολιτικής. Από τη μια μεριά η προκλητικότητα των αφεντικών στο σχεδιασμό των επιχειρήσεων (νόμοι για την ευελιξία και τις απολύσεις/redundancies) και στην ανανέωση των εργατικών συμβολαίων (νόμοι που προβλέπουν αυξήσεις στο ύψος των αριθμών του αναμενόμενου πληθωρισμού που είναι μικρότεροι των επίσημων στοιχείων, για να μην αναφέρουμε τον πραγματικό πληθωρισμό) από την άλλη η αποτυχία της πολιτικής συνεργασίας ανάμεσα στα συνδικάτα και την κυβέρνηση. Από τη μια οι συνεχείς περιορισμοί στα εργατικά δικαιώματα(οι αλλαγές στο Άρθρο 18 του Εργατικού κώδικα, Νόμος 30/2003, ο αντιαπεργιακός νόμος 83/2000, ξεχωριστά εργατικά συμφωνητικά χωρίς εκπροσώπηση), από την άλλη η κρίση της αντιπροσωπευτικότητας στο μοντέλο των αυτοανακηρυγμένων συνδικάτων της πλειοψηφίας.
Η αναπόφευκτη και επακόλουθη σύγκρουση στον κόσμο της εργασίας έχει επιτρέψει στην εργατική τάξη να ανακαλύψει ξανά την εδώ και καιρό χαμένη (αλλά όχι ξεχασμένη αυτονομία της – τόσο στον αγώνα όσο και στην οργάνωση – από τους υπαλλήλους της Fiat στους προσωρινούς εργάτες, από τους βιομηχανικούς εργάτες στους εργάτες των μεταφορών. Με την καταστροφή της πολιτικής της συνεργασίας βλέπουμε ακόμα μια φορά μια αύξηση στη σημασία των σχέσεων εξουσίας, στην δυνατότητα για αγώνα και για την υπεράσπιση των ειδικών συμφερόντων των εργατών, απελευθερωμένα από το νέο -συνεργατικό κλουβί τους. Αν και η μάχη για τους μισθούς σε ορισμένους τομείς παραμένει σκληρή και δύσκολη, το θέμα του δικαιώματος στην απεργία είναι πάλι ανοιχτό και παλεύει να λευτερωθεί από τον ζουρλομανδύα που του επιβλήθηκε από τους αντιαπεργιακούς νόμους και την αυτοσυγκράτηση των συνδικάτων.
Η διασύνδεση των εργατικών αγώνων με τους κοινωνικούς αγώνες (για τα δικαιώματα των μεταναστών, για την προστασία του περιβάλλοντος, για ειρήνη και ενάντια στον «απαγορευτισμό») με μανιπουλάτσια ονομάζεται με το ντροπιαστικό όρο τρομοκρατία, που κολλιέται σε όποιον τολμά να αντιτεθεί στα υψηλά σχέδια των εξουσιαστών. Δεν υπήρξε καμία φάση της πάλης των τάξεων στα προηγούμενα τρία χρόνια που τα κοινωνικά κινήματα να μην έγιναν θύμα καταπιεστικής αντιμετώπισης, με την πλήρη κάλυψη της δημοσιότητας – εκατοντάδες συλλήψεις, ελέγχους, τραυματισμούς, με αξιοσημείωτη αύξηση από την Γένοβα και τις απεργίες του 2002 και πέρα.
Τώρα δεν υπάρχει ούτε ένα μέρος της Ιταλίας όπου οι ανακριτές δεν έχουν έναν φάκελο ανοιχτό για πολιτικούς ή ριζοσπάστες συνδικαλιστές αγωνιστές. Κάθε περιοχή και τάση έχει μέλη που είναι υπό διερεύνηση, από το αντιπολεμικό κίνημα στο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, από τις περιβαλλοντικές ομάδες στις ομάδες ενάντια στις φυλακές. Αστυνομικά προληπτικά μέτρα στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας», καταστολή των διαδηλώσεων στο όνομα της «εθνικής ασφάλειας», η ποινικοποίηση της ανυπακοής και των αυτοδιαχειριζόμενων αγώνων - αυτά είναι τα στοιχεία μιας στρατηγικής που σκοπό έχει να εκφοβίσει τα μαζικά κινήματα που μπορούν εν δυνάμει να δράσουν πάνω στις καπιταλιστικές αντιφάσεις σε σημείο ακόμα και να γίνουν επικίνδυνα για την ύπαρξη της καπιταλιστικής κυριαρχίας.
Δεδομένου ότι σήμερα ο καπιταλισμός δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με λιγότερο φανερές, πιο «δομικές» μορφές καταπίεσης (πειθαρχικά μέτρα, ανεξέλεγκτη κινητικότητα, απολύσεις, μειώσεις μισθών, επέκταση της προσωρινής εργασίας κτλ) που χτυπούν άμεσα την τάξη στο κρίσιμο σημείο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, χρησιμοποιεί το Κράτος σαν καταπιεστική οπλισμένη προέκταση του εαυτού του με όλους του τους νόμους, τους αστυνομικούς μηχανισμούς, τόπους εγκλεισμού, με σκοπό να διαλέξει και να χτυπήσει, ατομικά και ξεχωριστά, κάθε παραβάτη των νόμων τους.
Χρησιμοποιούν την απειλή της παρανομίας για να αποθαρρύνουν κινητοποιήσεις, και σ’ αυτούς που ανακηρύσσονται «ένοχοι» δίνεται όλο το πακέτο της αντιμετώπισης των media σαν παράδειγμα για το τι μπορεί να συμβεί σε όποιον αγωνίζεται. Και είναι την ίδια στιγμή που υπάρχει διακοπή των αγώνων που η καταπίεση εντείνεται και απλώνεται το δίχτυ που έχουν ρίξει για να πιάσουν υποτιθέμενες ανατρεπτικές ομάδες και τρομοκράτες, εγκλωβίζοντας έτσι έναν όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων και επεκτείνοντας τον κύκλο για να συμπεριλάβουν και όλους τους γνωστούς τους.
Όταν το κοινωνικό κλίμα θερμαίνεται και μορφές μαζικής αυτοδιαχείρισης αρχίζουν να εμφανίζονται, είναι τότε που, τώρα και στο παρελθόν, είναι οι αναρχικοί και οι ελευθεριακοί αυτοί που χτυπιούνται χειρότερα και που εμφανίζονται πιο συχνά στις λίστες των ανακριτών, για να μην αναφερθούμε στις παραδοσιακές δημοσιογραφικές/δικαστικές κατηγορίες για αναρχικές πλεκτάνες(δες την εξίσωση «εκρηκτικές επιστολές=αναρχικό κίνημα»).
Οι Αναρχικοί γίνονται στόχος επειδή οι θέσεις τους ενάντια στον καπιταλισμό , τον αυταρχισμό, τον μιλιταρισμό και τις φυλακές είναι αμέσως φανερές και έχουν σαν αποτέλεσμα την καταπίεσή τους στα χέρια του Κρατικού Μηχανισμού. Ξέρουμε ότι η αγάπη των αναρχικών για ελευθερία και αυτοδιαχείριση προσελκύει τη θηλιά των οργάνων ελέγχου και διακυβέρνησης. Γνωρίζουμε ότι η δράση μας μέσα στα κοινωνικά κινήματα και η συνεχής μας πρόκληση για τον ταξικό αγώνα και την αυτονομία της τάξης, ενοχλεί τους μηχανισμούς συναίνεσης ενός καπιταλισμού που είναι σκοτεινότερος από ποτέ και εκμεταλλεύεται όλο και περισσότερους. Αναγνωρίζουμε ότι αυτό που θέλουμε , αυτά που κάνουμε, η θεωρία μας και οι ανάγκες μας είναι ριζικά αντίθετες σε ό,τι βασίζεται στο Κράτος και το Κεφάλαιο.
Γινόμαστε αντικείμενα προληπτικής επαναλαμβανόμενης καταπίεσης και περιορισμών της ελευθερίας μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται πιο εύκολο να μας στοχεύσουν και να μας προβοκάρουν (όπως η πρόσφατη περίπτωση των νοθευμένων μπουκαλιών μεταλλικού νερού που αποδόθηκε σε αναρχικούς). Αλλά πάνω απ’ όλα γινόμαστε παρενόχληση προς το κράτος και την εξουσία κάθε είδους όταν οι αναρχικοί τοποθετούνται σταθερά μέσα στους μαζικούς αγώνες και αρνούνται τον τυχοδιωκτισμό και τον «πρωτοπορισμό» των ατομικών συγκρούσεων με το Κράτος και του ένοπλου τρομοκρατικού αγώνα.
Όταν ο αναρχισμός νομιμοποιεί τον εαυτό του σαν αυτοδιαχειριζόμενο κοινωνικό και πολιτικό συστατικό των μαζικών αγώνων, στα φανερά, στις μαζικές λαϊκές οργανώσεις και με ακάλυπτα τα πρόσωπα, όταν παρουσιάζει τον εαυτό του σαν αυθεντική έκφραση των αυτόνομων πηγών της κοινωνικής αυτοοργάνωσης.
Αλλά είναι σε αυτές τις συνθήκες που ο αναρχισμός μπορεί καλύτερα να εκφράσει τις οργανωτικές του ικανότητες, όπου μπορεί καλύτερα να αφιερώσει τις δυνάμεις του για να παρέχει την μαγιά για τους κοινωνικούς αγώνες, με την πεποίθηση ότι οι οργανισμοί του αγώνα δεν έχουν καμιά παθητική ανάγκη από παραδειγματικές χειρονομίες, κοινωνικούς πυροκροτητές ή ανακινητές συνείδησης, αλλά μάλλον από οριζόντια αντιαυταρχική μαζική οργάνωση. Και της ομοσπονδιακής πολιτικής οργάνωσης των αναρχικών.
Συνεχίζοντας του παρόντες αγώνες μας, συνεχίζοντας την παρουσία μας στις οργανώσεις του αγώνα, μπορεί να μην είναι αρκετό για να αποφύγουμε την καταπίεση. Είναι λοιπόν αναγκαίο να δημιουργήσουμε δομές αλληλεγγύης και νομικής άμυνας που να μπορούν να μαζέψουν την μεγαλύτερη δυνατή υποστήριξη. Γίνεται απαραίτητο να εξετάσουμε τις παλιές δομές του αναρχικού κινήματος (για παράδειγμα την Εθνική Επιτροπή για τα Πολιτικά θύματα) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με τις ειδικές επιτροπές υπεράσπισης που δημιουργούνται στη χώρα.
Η Ελευθερία χρειάζεται την βοήθεια του καθένα για να κερδηθεί και δεν χρειάζεται κρατούμενους ή δεσμοφύλακες αλλά την δράση και την σκέψη οργανωμένων και συνασπισμένων συνειδητών υποκειμένων.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ!
ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ!
ΤΑΞΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ!
FEDERAZIONE DEI COMUNISTI ANARCHICI
Ομοσπονδία Κομμουνιστών Αναρχικών31.12.03
Translation by Dmitri